Ένα βιβλίο διαφορετικό από όσα έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα για τους Έλληνες Αρβανίτες. Αυτή την παράξενη και υπέροχη φυλή.
Κυριακή 24 Μαρτίου 2019
Δημοσίευση στην LIFO
Κώστας Π. Ραχούτης: Τα αρβανίτικα επώνυμα των Ελλήνων
«Οι Αρβανίτες είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας που έχει προκαλέσει πολλές διαμάχες και μεγάλη συζήτηση. Η αρβανίτικη γλώσσα δεν υπήρξε γραπτή και λόγω των συνθηκών της ζωής των πληθυσμών που την μιλούσαν στον ελλαδικό χώρο παρουσιάζει διαφοροποιήσεις μέσω προσμείξεων και δανείων.»
«Οι Αρβανίτες είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας που έχει προκαλέσει πολλές διαμάχες και μεγάλη συζήτηση. Η αρβανίτικη γλώσσα δεν υπήρξε γραπτή και λόγω των συνθηκών της ζωής των πληθυσμών που την μιλούσαν στον ελλαδικό χώρο παρουσιάζει διαφοροποιήσεις μέσω προσμείξεων και δανείων.»
Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018
Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων
Τα επώνυμα των Ελλήνων Αρβανιτών μπορούν να χωριστούν
στις παρακάτω κατηγορίες:
1. Επώνυμα τα οποία προέρχονται από τις συνήθειες του ατόμου.
Όταν κάποιος είχε μια συνήθεια που ξένιζε τους υπόλοιπους, πολύ εύκολα του κολλούσαν ένα σχετικό παρατσούκλι το οποίο τις περισσότερες φορές παρέμενε ως επώνυμο, π.χ. Τζάθας, (ξυπόλυτος).
2. Επώνυμα που προέρχονται από αναπηρίες.
Π.χ. αν κάποιος είχε κάποια πάθηση στα μάτια και δεν έβλεπε τον φώναζαν κιόρη. Επίσης αν κάποιος ήταν πολύ κοντός τον φώναζαν σκούρτη.
3. Επώνυμα που προέρχονται από σημαντικά μέρη του σώματος.
Εδώ θα δούμε ότι την πρωτιά την έχουν τα γεννητικά όργανα των ανθρώπων, ανδρών, γυναικών, αγοριών και κοριτσιών. Π.χ. Πίτσης, Τούτας, Ντούτσης, κ.λπ., απ’ όπου προέρχονται και τα «ακραία» επώνυμα. Επίσης σημαντικό ρόλο έχουν και τα οπίσθια του ανθρώπου με τα οποία υπονοούνταν κατωτερότητα και χλευασμός, π.χ. Μπιθικότσης, Μπιθιπούλιας, Μπιθαράς
4. Επώνυμα που προέρχονται από το χρώμα του δέρματος, και των μαλλιών, π.χ. Κριεκούκης, Κριεζής, Μπιθιζής.
5. Επώνυμα πού προέρχονται από τα μικρά ονόματα τα οποία οι Αρβανίτες τα διασκεύαζαν στην δική τους διάλεκτο . π.χ. Λιάμης (Χαράλαμπος) ή Ντρίτσας (Ανδρέας), και άλλα πολλά.
6. Επώνυμα που δηλώνουν υποκορισμό όπως Μπούρεζας, Μανάρεζας, κ.λ.π.
7. Επώνυμα για τους μη έχοντες, πού αρχίζουν από πα- ή σκα- όπως Παπούλιας ή Σκαμπούρης, κ.α.
8. Επώνυμα για τους έχοντες, που αρχίζουν από κα- όπως Καπαράς, Καμπούκας, κ.λ.π.
9. Επώνυμα πού προέρχονται από ζώα, πτηνά, φυτά, όπως Ντάσης, Πούλιας, Μπάρης κ.λ.π.
10. Επώνυμα που δηλώνουν το επάγγελμα, όπως Τσιαγκούρης, Βουτσάς, κ.λ.π.
Μια κατηγορία που προκαλεί εντύπωση είναι και τα επώνυμα που προέρχονται από τους «επιβήτορες», τα αρσενικά ζώα δηλαδή, που είχανε στην κατοχή τους.
Αν πάρουμε με τη σειρά τους επιβήτορες θα δούμε ότι όλοι έδιναν επώνυμα στους κατόχους τους: Το αρσενικό πρόβατο, το κριάρι, λέγεται ντάσι και μας δίνει το επώνυμο Ντάσης. Ο ιδιοκτήτης του όμως λεγόταν καντάσης (δηλαδή έχει ντάσι).
Το αρσενικό κατσίκι, ο τράγος, λέγεται τσιάπ και μας δίνει το επώνυμο Τσιάπης. Ο ιδιοκτήτης του λεγόταν κατσιάπης (αυτός που έχει τσιάπι).
Το αρσενικό γουρούνι λέγεται ντερκ και δίνει το επώνυμο Ντέρκος
Το αρσενικό μοσχάρι λέγεται ντεμ και δίνει το Ντέμης (το οποίο μεταφορικά σημαίνει και αυτόν που πάει με πολλές γυναίκες).
(Απόσπασμα από το βιβλίο "Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων")
© Κώστας Ραχούτης "Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων", εκδόσεις Μπατσιούλας, Αθήνα 2013
Aπαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση ή αναμετάδοση ή διασκευή και αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή ηχογραφικό του παρόντος έργου ή μέρους αυτού, χωρίς την ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ έγγραφη άδεια του ΕΚΔΟΤΗ και του ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. Νόμος 2121/1993 και Κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
1. Επώνυμα τα οποία προέρχονται από τις συνήθειες του ατόμου.
Όταν κάποιος είχε μια συνήθεια που ξένιζε τους υπόλοιπους, πολύ εύκολα του κολλούσαν ένα σχετικό παρατσούκλι το οποίο τις περισσότερες φορές παρέμενε ως επώνυμο, π.χ. Τζάθας, (ξυπόλυτος).
2. Επώνυμα που προέρχονται από αναπηρίες.
Π.χ. αν κάποιος είχε κάποια πάθηση στα μάτια και δεν έβλεπε τον φώναζαν κιόρη. Επίσης αν κάποιος ήταν πολύ κοντός τον φώναζαν σκούρτη.
3. Επώνυμα που προέρχονται από σημαντικά μέρη του σώματος.
Εδώ θα δούμε ότι την πρωτιά την έχουν τα γεννητικά όργανα των ανθρώπων, ανδρών, γυναικών, αγοριών και κοριτσιών. Π.χ. Πίτσης, Τούτας, Ντούτσης, κ.λπ., απ’ όπου προέρχονται και τα «ακραία» επώνυμα. Επίσης σημαντικό ρόλο έχουν και τα οπίσθια του ανθρώπου με τα οποία υπονοούνταν κατωτερότητα και χλευασμός, π.χ. Μπιθικότσης, Μπιθιπούλιας, Μπιθαράς
4. Επώνυμα που προέρχονται από το χρώμα του δέρματος, και των μαλλιών, π.χ. Κριεκούκης, Κριεζής, Μπιθιζής.
5. Επώνυμα πού προέρχονται από τα μικρά ονόματα τα οποία οι Αρβανίτες τα διασκεύαζαν στην δική τους διάλεκτο . π.χ. Λιάμης (Χαράλαμπος) ή Ντρίτσας (Ανδρέας), και άλλα πολλά.
6. Επώνυμα που δηλώνουν υποκορισμό όπως Μπούρεζας, Μανάρεζας, κ.λ.π.
7. Επώνυμα για τους μη έχοντες, πού αρχίζουν από πα- ή σκα- όπως Παπούλιας ή Σκαμπούρης, κ.α.
8. Επώνυμα για τους έχοντες, που αρχίζουν από κα- όπως Καπαράς, Καμπούκας, κ.λ.π.
9. Επώνυμα πού προέρχονται από ζώα, πτηνά, φυτά, όπως Ντάσης, Πούλιας, Μπάρης κ.λ.π.
10. Επώνυμα που δηλώνουν το επάγγελμα, όπως Τσιαγκούρης, Βουτσάς, κ.λ.π.
Μια κατηγορία που προκαλεί εντύπωση είναι και τα επώνυμα που προέρχονται από τους «επιβήτορες», τα αρσενικά ζώα δηλαδή, που είχανε στην κατοχή τους.
Αν πάρουμε με τη σειρά τους επιβήτορες θα δούμε ότι όλοι έδιναν επώνυμα στους κατόχους τους: Το αρσενικό πρόβατο, το κριάρι, λέγεται ντάσι και μας δίνει το επώνυμο Ντάσης. Ο ιδιοκτήτης του όμως λεγόταν καντάσης (δηλαδή έχει ντάσι).
Το αρσενικό κατσίκι, ο τράγος, λέγεται τσιάπ και μας δίνει το επώνυμο Τσιάπης. Ο ιδιοκτήτης του λεγόταν κατσιάπης (αυτός που έχει τσιάπι).
Το αρσενικό γουρούνι λέγεται ντερκ και δίνει το επώνυμο Ντέρκος
Το αρσενικό μοσχάρι λέγεται ντεμ και δίνει το Ντέμης (το οποίο μεταφορικά σημαίνει και αυτόν που πάει με πολλές γυναίκες).
(Απόσπασμα από το βιβλίο "Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων")
© Κώστας Ραχούτης "Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων", εκδόσεις Μπατσιούλας, Αθήνα 2013
Aπαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση ή αναμετάδοση ή διασκευή και αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό ή ηχογραφικό του παρόντος έργου ή μέρους αυτού, χωρίς την ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ έγγραφη άδεια του ΕΚΔΟΤΗ και του ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. Νόμος 2121/1993 και Κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κυριακή 13 Μαΐου 2018
Καγκέλι, ο αρβανίτικος χορός
Όποιος βρεθεί σε γλέντι με παραδοσιακούς ελληνικούς χορούς πολύ εύκολα μπορεί να ξεχωρίσει εκείνους που έχουν αρβανίτικη καταγωγή. Και δεν είναι άλλο από το καγκέλι.
Με τις πρώτες νότες στο άκουσμα αυτού του χορού όλοι οι αρβανίτες πετάγονται σαν ελατήρια για να τον χορέψουν, άντρες και γυναίκες. Οι υπόλοιποι απλώς κοιτάνε! Γιατί αν δεν είσαι αρβανίτης δεν μπορείς να τον χορέψεις. Δεν είναι από τους χορούς που διδάσκονται. Συμμετέχεις σ΄αυτόν γιατί είναι μέρος της κληρονομιάς σου.
Αυτός ο χορός πήρε την ονομασία του από την λέξη "γκελ" που σημαίνει κόκορας. Το γνήσιο όνομά του είναι "γκα γκέλι" που σημαίνει από τον κόκορα ή σαν τον κόκορα.
Το καγκέλι είναι χορός βαρύς, ρυθμικός, δωρικός. Κάτι σαν αντικριστός και χορεύεται αποκλειστικά από άνδρες, οι οποίοι χοροπηδούν με μικρά πηδηματάκια. Το κορμί πάλλεται πάνω -κάτω με το ρυθμό της μουσικής. Οι συμμετέχοντες καθώς πηδούν ελαφρά, αργά και σταθερά, λικνίζουν το κορμί τους πέρα - δώθε. Έχουν το ένα τους χέρι διπλωμένο πίσω στην μέση, και το άλλο πίσω από το κεφάλι, που σε πολλές περιπτώσεις κρατάει τον αυχένα. Αυτό το χέρι μοιάζει με φτερό. Ο κάθε χορευτής γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, ακριβώς όπως τα κοκόρια πριν τσακωθούν.
Υπάρχουν και άλλες εκδοχές για την ερμηνεία αυτού του χορού. Προσωπικά, όμως, και έπειτα από σχετική έρευνα θεωρώ πως αυτή είναι η επικρατέστερη.
Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017
Το λευκό πέπλο του τρόμου
.............Το παλιό χειροποίητο ταβάνι της σκεπής του σπιτιού άρχισε να ‘διαμαρτύρεται’ με ένα χαρακτηριστικό ‘κρακ’, πράγμα που σημαίνει πως το χιόνι άρχισε να συσσωρεύεται στα παλιά - μαυρισμένα από τις κακουχίες και τις απότομες μεταβολές του καιρού - βυζαντινά αλάσπωτα κεραμίδια.
Τώρα, με την απόλυτη σιγή στο σκοτεινό δωμάτιο ο παραμικρός ήχος μεταδίδεται ενισχυμένος. Είναι και αυτό ένα από τα παράξενα που συμβαίνουν κατά την νυχτερινή χιονόπτωση. Έτσι, που αυτά τα απότομα ‘κρακ’ ακούγονται τόσο διαπεραστικά που νομίζεις πως το απελέκητο ξύλο έχει κυριευτεί από φόβο, προσπαθώντας να σφίξει τις ρωγμές του. Σαν τον δυνατό αχθοφόρο που κοιτάζει με μανία το ασήκωτο βάρος τρίζοντας τα δόντια του, θέλοντας έτσι να τονώσει την αδυναμία του. Τώρα μαζί με τον ρυθμικό ήχο του παλιού γερμανικού ρολογιού, ακούγονται και τα άρρυθμα και τυχαία ‘κρακ’ των ελατίσιων ζευκτών.
Οι ανάσες όλων μέσα στο σπίτι είναι απαλές και ήρεμες. Άσχετα με το τι συμβαίνει έξω, όλα λειτουργούν κάτω από την απόλυτη ηρεμία που προκαλεί η βαριά χιονόπτωση.
Όταν ο χιονιάς είναι βαρύς, κατά την χιονόπτωση δεν φυσάει καθόλου και επικρατεί άπνοια. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το χιόνι σε αυτές της περιοχές συσσωρεύεται ταχύτατα, και σε μικρό χρονικό διάστημα.
Σε μια νύχτα δηλαδή, μπορεί να καταπλακώσει τα φτωχά χαμόσπιτα των χωρικών, εκτός τεσσάρων ή το πολύ πέντε δίπατων νοικοκυρόσπιτων.
Όταν το χιόνι πέφτει με ηρεμία και χωρίς αέρα –σαν και τούτη τη βραδιά ας πούμε- τότε οι πιθανότητες το πρωί το χωριό να είναι ‘θαμμένο’ κάτω από το λευκό πάπλωμα του τρόμου είναι παρά πολλές,. Έτσι, θα κοπεί και η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων, που είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουν. Καθώς σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται πνεύμα ομαδικό, και αυτό το ξέρουν πολύ καλά αυτοί οι σκληροτράχηλοι και ακάματοι άνθρωποι, οι Αρβανίτες. Αυτοί όποια δυσκολία κι αν τους βρει θα την αντιμετωπίσουν όλοι μαζί, και ποτέ καθένας ξεχωριστά.
Του Θαλή η οικογένεια,- για παράδειγμα – όταν το χιόνι σκέπαζε τα πάντα έμπαιναν όλοι στην σειρά πίσω από τον πατέρα που προπορευόταν, και φτυάριζαν με στόχο ‘νοητό’ και κατεύθυνση το σπίτι του γείτονα μπάρμπα - Σίλαγου ( Αγησίλαου). Ο οποίος είχε κόρες αλλά, ήταν πολύ σκληρός και φτυάριζε ολομόναχος το χιόνι. Έτσι, λοιπόν με φωνές, για να δίνουν το στίγμα τους κατά την διάρκεια του φτυαρίσματος, φρόντιζαν να συναντηθούν και με αυτόν τον τρόπο αποκτούσαν πάντα επικοινωνία μεταξύ τους. Το ίδιο ακριβώς έκαναν και τα άλλα σπίτια του χωριού.
Και όπως καταλαβαίνετε, όλο το χωριό ‘χαραζόταν’ σε στενά μονοπάτια από πόρτα σε πόρτα. Στην συνέχεια ενώνονταν μεταξύ τους σε ένα κεντρικό μονοπάτι που οδηγούσε πού αλλού; …στα καφενεία του χωριού, στην πλατεία. Ο μόνος άνθρωπος σε όλο το χωριό που δεν ξεχιόνιζε, μα που δεν είχε ούτε φτυάρι, ήταν ο παπα-γιατρός!
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016
Κάλαντα Πρωτοχρονιάς
Κάλαντα οι Αρβανίτες έλεγαν μόνο την Πρωτοχρονιά και τις Απόκριες όταν ντύνονταν μασκαράδες και γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού σε ομάδες.
Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς όντως παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς έχουν μια περίεργη μουσική φόρμα που δεν ταιριάζει με τα υπόλοιπα τραγούδια τους.
Τα τραγουδούσαν ομαδικά και στα σπίτια, αλλά το θαυμάσιο ήταν οτι τα τραγουδούσαν στα σπίτια τους οικογενειακώς πριν το δείπνο το βράδυ παραμονής Πρωτοχρονιάς.
Κάθε χρόνο θυμάμαι στο σπίτι μου να επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή. Αφού έστρωνε η μητέρα το γιορτινό τραπέζι μαζευόμασταν όλοι γύρω του και άρχιζαν τα κάλαντα. Όσο ήμουν μικρός δεν μου επέτρεπαν να σιγοντάρω, αλλά μόνο να ακούω να τα μάθω καλά μέχρι να "δέσει" η φωνή μου.
Άρχιζε ο πατέρας και στην συνέχεια "έμπαινε" η αδελφή μου, μετά τα δυο αγόρια και στο τέλος η μητέρα ανεβάζοντας μια οκτάβα επάνω την κλίμακα και ταυτόχρονα απογείωνε την λυρικότητα, μιας και ήταν πρίμα και καλλίφωνη.
Ο ήχος ήταν πεντατονικός. Τα κάλαντα άρχιζαν σε αρβανίτικα, σε κάποιο σημείο συνεχίζονταν στην ίδια ακριβώς μουσική φόρμα σε ελληνικά, άλλαζαν πάλι στα αρβανίτικα και τελείωναν με τον χαιρετισμό: "Και εις έτη πολλά".
ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ.
Μισέρ τ' βινι βίτι ι ρι, μισέρ τ' να π'λκιέν(ι)
σι νεστρ θόιν οι παλαιοί, τσ'λι (ο τονος στο "τσ") ντο πρωτοβίν(ι)
ν' ντερ' ν' αυλόπορτ', ντι τάλιρα τι γίπνι.
.
Tου θόμι π΄ρ' τ' γκίγκενι, θαμ'τ' ι σιρ βασσίλιτ
ισς νι νιερί με αρετί, ισς σιούμ΄γλυκομίλιτ.
Νι ντρου τ' θατ' κέι μπαστούν, ε κέι π΄ρ' τ' κουμπίσε'ι'.
Έδε νε αγιό ε θάτα ντρου, τ' ε νιόμεα ανθίσι.
Έδε νε μαλι νε α'ι' βλαστάρ, ντι ζογκ ε κελαιδίσιν.
Τσι ι κέιν σσίτ' σι διαμάντ, διαμάντ σι φλιουκουράτ'.
.
Mπλίδουνι βλέζ΄ρ', μπλίδουνι, ν' κλήσ'ζ' τ' βέμι
γκα κλήσια τ' μος λίψενι, καλή φυχη τ' κκένι.
Γκα κλήσια τούκε άρδουρ', εφτίς τραπέζζιν στρόννι
αντ ιστ εδε νοννί φτωχό, εδέ ατία φόλνι.
Αντ ιστ εδε νον ισλέπουρρ', ε νούκου μούντ τ' βίνι(ε).
κιάλλινι γιού φαί ατιέ, πα εδέ το ίδιο ιστ.
Aφέντη μου πρωτο-γιωργό, και πρώτο ζευγολάτη.
Δευτέρα μέρα κίνησες να πάσ' να πρωτοσπείρεις.
Η στράτα ρόδα εγέμισε και χρύσαφενιο σπόρο,
Βούργαροι το θερίζανε, Τούρκοι το κουβαλούσαν.
Γριβάλογα τ' αλώνιζαν σε μάρμαρεν΄ αλώνι,
είχαν τα πέταλα χρυσά, και τα καρφιά ΄σημένια.
Πολλά ΄παμε τ αφέντη μας, ας πούμ΄ και στην κυρά μας.
Kυρά ψηλή κυρά λιγνή κυρά γα'ι'τανοφρύδα.
Που βγαίνεις και στολίζεσαι στην έκλησια πηγαίνεις,
μαλαματένια φορεσιά, του κόρακα τα φρύδια..
Oυ θαμ' καλημέρ'ν' με γκολι(ε) εδέ με λιρρ,
εδέ γκα μότ, εδέ γκα μοτ, τ' γιέμι τούτι μιρρ..
Kαι εις έτη πολλά!!!
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015
Πέτα: το ψωμί της χαράς
Όσοι είναι Αρβανίτες ή εκείνοι που τους έχουν συναναστραφεί σε χαρούμενες κοινωνικές εκδηλώσεις γνωρίζουν την πέτα και την έχουν γευτεί. Οι υπόλοιποι που έτυχε να βρεθούν σε αρβανίτικο γάμο ή αρραβώνα την έχουν θαυμάσει για τον περίτεχνο στολισμό της.
Οι γάμοι στα διάφορα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ελλάδας έχουν λίγο ως πολύ το ίδιο τελετουργικό: το ξύρισμα του γαμπρού από τους φίλους του και η συνοδεία της νύφης στην εκκλησία από τους συγγενείς και τα μουσικά όργανα που παίζουν νυφιάτικους σκοπούς.
Αυτό που κάνει τους γάμους να διαφέρουν είναι η ιδαίτερη έμφαση στις παραδόσεις μέσα από τα γλυκίσματα και τα εδέσματα - ακόμη και ο τρόπος μαγειρέματος - για το τραπέζι και το γλέντι του γάμου.
Στις αρβανίτικες περιοχές την παραμονή του γάμου μαζεύονταν οι γυναίκες στο σπίτι της νύφης και ζύμωναν την πέτα. Η πέτα δεν ήταν κάτι περισσότερο από το ψωμί που ζύμωναν οι νοικοκυρές για το καθημερινό τραπέζι. Όμως, η πέτα μεταμορφωνόταν σε κάτι το ιδιαίτερο εξαιτίας του στολισμού της.
Μαζεύονταν, λοιπόν, οι γυναίκες στο σπίτι της νύφης και δημιουργούσαν μια γιορτινή ατμόσφαιρα με τα τραγούδια και το κέφι τους για την χαρά του σπιτιού.
Αφού είχε ζυμωθεί το ψωμί μέχρι να "γίνει" για να μπει στον φούρνο, άρχιζε το κέντημα για τον στολισμό του. Συνήθως αυτή την δουλειά την αναλάμβαναν οι κεντήστρες, οι γυναίκες που είχαν ιδιαίτερη ικανότητα στην δημιουργία του στολισμού λόγω της φαντασίας, της επιδεξιότητας και της ευχέρειας που διέθεταν.
Ο στολισμός δεν ήταν κάτι εύκολο ή κάτι που επαναλαμβανόταν με ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Η έμπνευση για το θέμα του ερχόταν, συνήθως, από το επάγγελμα του γαμπρού.
Οι γυναίκες, λοιπόν, έπαιρναν πολύ - πολύ μικρά κομματάκια από ζυμάρι και με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα δημιουργούσαν την θεματική απεικόνιση που είχαν φανταστεί. Αν, για παράδειγμα, το επάγγελμα του γαμπρού ήταν κτηνοτρόφος έφτιαχναν με θαυμαστή ικανότητα στη λεπτομέρεια και σε μέγεθος μινιατούρας τα πρόβατα, τα κατσίκια, τα σκυλιά, το μαντρί ακόμη και τον βοσκό. Αυτά τα μικροσκοπικά γλυπτά τοποθετούνταν με προσοχή στη ζύμη του ψωμιού και η πέτα έμπαινε στον φούρνο. Μετά το τέλος του ψησίματος όλες θαύμαζαν την τελειότητα της αυτοσχέδιας γλυπτικής και το ταλέντο της κεντήστρας.
Την επομένη, την ημέρα του γάμου, η πέτα κατείχε εξέχουσα θέση. Όταν ξεκινούσε η νύφη από το πατρικό σπίτι με την συνοδεία των μουσικών οργάνων, η πέτα προπορευόταν στην διαδρομή προς την εκκλησία. Την κρατούσε με το ένα χέρι κάπως ψηλά, ένας εύρωστος νέος και όμορφος άντρας, κάνοντας μαζί και ελαφρά χορευτικές φιγούρες μέχρι να φτάσει στην εκκλησία και να την τοποθετήσει δίπλα στην κανάτα με το κρασί, που θα κοινωνούσε ο παππάς το ζευγάρι.
Το έθιμο της πέτας είναι από εκείνα που τηρούνται και σήμερα ακόμη κι αν είναι μόνο ο ένας από το ζευγάρι αρβανίτικης καταγωγής.
Την επομένη, την ημέρα του γάμου, η πέτα κατείχε εξέχουσα θέση. Όταν ξεκινούσε η νύφη από το πατρικό σπίτι με την συνοδεία των μουσικών οργάνων, η πέτα προπορευόταν στην διαδρομή προς την εκκλησία. Την κρατούσε με το ένα χέρι κάπως ψηλά, ένας εύρωστος νέος και όμορφος άντρας, κάνοντας μαζί και ελαφρά χορευτικές φιγούρες μέχρι να φτάσει στην εκκλησία και να την τοποθετήσει δίπλα στην κανάτα με το κρασί, που θα κοινωνούσε ο παππάς το ζευγάρι.
Το έθιμο της πέτας είναι από εκείνα που τηρούνται και σήμερα ακόμη κι αν είναι μόνο ο ένας από το ζευγάρι αρβανίτικης καταγωγής.
Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015
Μπέσα: η αρβανίτικη υπογραφή
Η μπέσα είναι λέξη αρβανίτικης προέλευσης. Όμως, στο πέρασμα των χρόνων αυτή την λέξη την οικειοποιήθηκαν όλοι οι Έλληνες, που αισθάνονταν την υποχρέωση να κρατήσουν την υπόσχεση που έδωσαν σε κάποιον δια λόγου.
Η μπέσα είναι η συμφωνία που γίνεται ανάμεσα σε δύο άτομα και επισφραγίζεται με την χειραψία. Δεν χρειάζονται μάρτυρες, δεν χρειάζονται υπογραφές. Όταν δοθεί πρέπει οπωσδήποτε να τηρηθεί.
Η μπέσα δεν είναι συμφεροντολογικού χαρακτήρα. Αφορά, κυρίως, θέματα τιμής.
Οι παλιοί Αρβανίτες είχαν σαν αρχή να μην την δίνουν πάνω από τρεις ή τέσσερεις φορές στη ζωή τους.
Παράγωγο της μπέσας είναι η λέξη μπεσαλής. Γνωστή σε όλους μας η σημασία της.
Η μπέσα είναι η συμφωνία που γίνεται ανάμεσα σε δύο άτομα και επισφραγίζεται με την χειραψία. Δεν χρειάζονται μάρτυρες, δεν χρειάζονται υπογραφές. Όταν δοθεί πρέπει οπωσδήποτε να τηρηθεί.
Η μπέσα δεν είναι συμφεροντολογικού χαρακτήρα. Αφορά, κυρίως, θέματα τιμής.
Οι παλιοί Αρβανίτες είχαν σαν αρχή να μην την δίνουν πάνω από τρεις ή τέσσερεις φορές στη ζωή τους.
Παράγωγο της μπέσας είναι η λέξη μπεσαλής. Γνωστή σε όλους μας η σημασία της.
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015
Το παραμύθι της γιαγιάς μου
Η γιαγιά μου η Μαμίτσα ήταν ή μάνα της μάνας μου. Η μοναδική γιαγιά που γνώρισα και γι΄αυτό η αγάπη μου για εκείνη ήταν και παραμένει απεριόριστη.
Ζούσε μαζί μας στο σπίτι μας, και την θυμάμαι να φοράει πάντα μαύρα ρούχα και μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι.
Καθώς η μάνα μας και ο πατέρας μας ήταν μόνιμα απασχολημένοι και στο τέλος της μέρας αποκαμωμένοι από την κούραση, η γιαγιά ήταν πάντα εκεί για να γεμίσει το κενό των γονιών μας και ν΄ασχοληθεί μαζί μας. Ένα τραγούδι, ένα νανούρισμα, ένα παραμύθι μα το κυριότερο μια αγκαλιά.
Η γιαγιά μου ήταν αγράμματη. Η έλλειψη εκπαίδευσης, όμως, δεν της στέρησε την ικανότητα να σκέφτεται και να παρατηρεί τη ζωή.
Το παραμύθι που θα σας διηγηθώ το δημιούργησε η δική της φαντασία. Μου το διηγόταν όταν, μικρός καθώς ήμουν, της ζητούσα να μου φτιάξει το αγαπημένο μου έδεσμα (!), δηλαδή μια φέτα ψωμί με ζάχαρη ψημένη στο τζάκι.
Ήταν τόσο έντονη η εντύπωση που μου προκαλούσε αυτό το παραμύθι που το θυμάμαι αναλλοίωτο μέχρι σήμερα.
Τον παλιό καιρό μαναράκια μου, ήλθε ο θεός στη γη, και κάλεσε όλα τα πράματα, ζώα και φυτά να πάνε στην πλατεία του χωριού και να πούνε αν έχουν παράπονα από τον άνθρωπο.
Πήγε και ο θεός εκεί, και παράλληλα μαζευτήκανε όλα. Τα ρώτησε, λοιπόν ο θεός αν έχουν παράπονο από τον άνθρωπο.
Πετάχτηκε το κουκί (μπάθα) και του είπε: "Να εμένα με παίρνουν και με βράζουν μέχρι να λιώσω και μετά με τρώνε!"
Καλά σου κάνουν είπε ο θεός.
Μετά σηκώθηκε το ρεβίθι (κίκιρα) και του είπε: "Να και μένα με ρίχνουν στο νερό και μουλιάζω όλη νύχτα και γίνομαι "λιούτς", μετά με βράζουν και μένα και με τρώνε!"
Καλά σου κάνουν κι εσένα του είπε ο θεός.
Μετά σηκώθηκε και το σταφύλι (ρούσι) και είπε: "Και μένα με κόβουν, και μετά με πατάνε με τα πόδια τους, μέχρι που λιώνω τελείως, μετά με κάνουν κρασί, με πίνουν και μεθάνε".
Καλά σου κάνουν και σένα, έτσι πρέπει γιατί με το κρασί ξεκουράζονται οι άνθρωποι και ξεχνάνε. Γι΄αυτό εσύ δεν πρέπει να έχεις παράπονο, διότι σε βάζουν στο βαρέλι και κοιμάσαι στη ζεστασιά! Γι αυτό δεν έχεις δίκιο.
Εκεί, όμως, είχαν πάει και όλα τα ζωντανά, πήγαν το άλογο (κάλι), η φοράδα (πέλια), η αγελάδα (λιόπα) η προβατίνα (ντέλεα), η γίδα (δία), η κότα (πούλια), και όλα τα άγρια πουλιά. Συνεννοήθηκαν, λοιπόν, και έβαλαν εκπρόσωπο την αγελάδα σαν αγαθιάρα που είναι να μιλήσει για όλους.
Εμάς, μας καβαλάνε, μας ζεύουν, και μας βάζουν να οργώσουμε τα χωράφια, και κουραζόμαστε πολύ.
Καλά σας κάνουνε και σας, της είπε ο θεός.
Ναι, αλλά μετά με αρμέγουν, μου παίρνουν το γάλα και το δίνουν στα παιδιά τους.
Καλά να πάθεις της είπε ο θεός.
Κουτή - ξεκουτή, η αγελάδα συνέχισε. Ναι, αλλά μετά με σφάζουν και με τρώνε, μόνο την φοράδα και το άλογο δεν τρώνε.
Α! Για άκου να σου πω (της είπε ο θεός) το άλογο και η φοράδα δεν τρώγονται γιατί είναι αγιασμένα από μένα.
Τι να κάνει η καημένη η αγελαδίτσα, σηκώθηκε και πήγε πίσω από την πλατεία.
Εκεί σε μια γωνίτσα, όμως, καθότανε και το σταράκι, και δεν μιλούσε κατακαθόλου. Το πρόσεξε αυτό ο θεός και το ρώτησε.
Εσύ σταράκι, γιατί δεν μιλάς καθόλου; Είσαι ευχαριστημένο;
Όχι, θεούλη μου, εγώ έχω μεγάλο παράπονο από τους ανθρώπους.
Δηλαδή; Το ρώτησε ο θεός.
Να, εκεί που κάθομαι τι ζεστά και τι καλά στο αμπάρι μου, έρχονται και με παίρνουν, και με πετάνε έξω στο χώμα, στο κρύο και μετά με θάβουνε.
Καλά σου κάνουν, του είπε ο θεός.
Μετά φυτρώνω και γίνομαι καταπράσινο και ομορφαίνω πολύ, μετά τα μαλλιά μου γίνονται ολόχρυσα, και εκεί που καμαρώνω με τη ομορφιά μου, ξέρεις τι μου κάνουν;
Τι; ρώτησε ο θεός.
Να, έρχονται οι άνθρωποι με κάτι κοφτερά ντραπάνια και με κόβουνε.
Καλά σε κάνουνε του είπε ο θεός.
Ναι, αλλά μετά ξέρεις τι μου κάνουν; είπε του θεού με κλάματα. Με πετάνε σε κάτι μεγάλες πέτρες και με κάνουν σκόνη, αλεύρι.
Καλά σε κάνουν του είπε ο θεός.
Ναι, αλλά το τελευταίο δεν το αντέχω θεούλη μου. Με ρίχνουν στον καυτό φούρνο και με ψένουνε.
Καλά σου κάνουν του είπε ο θεός.
Ναι, αλλά είναι και μερικοί κακοί που δεν φτάνει που με ψένουν μια φορά, αλλά με ξαναψένουνε!
Ο θεός προβληματίστηκε, έπιασε τα γένια του και δεν μίλησε κατακαθόλου, αφού σκέφτηκε για λίγο, έξυσε το κεφάλι του και του είπε.
Αααααα! Εδώ έχεις δίκιο! Γι αυτό όσοι σε ξαναψένουνε, ψωμί να μην χορταίνουνε!
Ζούσε μαζί μας στο σπίτι μας, και την θυμάμαι να φοράει πάντα μαύρα ρούχα και μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι.
Καθώς η μάνα μας και ο πατέρας μας ήταν μόνιμα απασχολημένοι και στο τέλος της μέρας αποκαμωμένοι από την κούραση, η γιαγιά ήταν πάντα εκεί για να γεμίσει το κενό των γονιών μας και ν΄ασχοληθεί μαζί μας. Ένα τραγούδι, ένα νανούρισμα, ένα παραμύθι μα το κυριότερο μια αγκαλιά.
Η γιαγιά μου ήταν αγράμματη. Η έλλειψη εκπαίδευσης, όμως, δεν της στέρησε την ικανότητα να σκέφτεται και να παρατηρεί τη ζωή.
Το παραμύθι που θα σας διηγηθώ το δημιούργησε η δική της φαντασία. Μου το διηγόταν όταν, μικρός καθώς ήμουν, της ζητούσα να μου φτιάξει το αγαπημένο μου έδεσμα (!), δηλαδή μια φέτα ψωμί με ζάχαρη ψημένη στο τζάκι.
Ήταν τόσο έντονη η εντύπωση που μου προκαλούσε αυτό το παραμύθι που το θυμάμαι αναλλοίωτο μέχρι σήμερα.
Τον παλιό καιρό μαναράκια μου, ήλθε ο θεός στη γη, και κάλεσε όλα τα πράματα, ζώα και φυτά να πάνε στην πλατεία του χωριού και να πούνε αν έχουν παράπονα από τον άνθρωπο.
Πήγε και ο θεός εκεί, και παράλληλα μαζευτήκανε όλα. Τα ρώτησε, λοιπόν ο θεός αν έχουν παράπονο από τον άνθρωπο.
Πετάχτηκε το κουκί (μπάθα) και του είπε: "Να εμένα με παίρνουν και με βράζουν μέχρι να λιώσω και μετά με τρώνε!"
Καλά σου κάνουν είπε ο θεός.
Μετά σηκώθηκε το ρεβίθι (κίκιρα) και του είπε: "Να και μένα με ρίχνουν στο νερό και μουλιάζω όλη νύχτα και γίνομαι "λιούτς", μετά με βράζουν και μένα και με τρώνε!"
Καλά σου κάνουν κι εσένα του είπε ο θεός.
Μετά σηκώθηκε και το σταφύλι (ρούσι) και είπε: "Και μένα με κόβουν, και μετά με πατάνε με τα πόδια τους, μέχρι που λιώνω τελείως, μετά με κάνουν κρασί, με πίνουν και μεθάνε".
Καλά σου κάνουν και σένα, έτσι πρέπει γιατί με το κρασί ξεκουράζονται οι άνθρωποι και ξεχνάνε. Γι΄αυτό εσύ δεν πρέπει να έχεις παράπονο, διότι σε βάζουν στο βαρέλι και κοιμάσαι στη ζεστασιά! Γι αυτό δεν έχεις δίκιο.
Εκεί, όμως, είχαν πάει και όλα τα ζωντανά, πήγαν το άλογο (κάλι), η φοράδα (πέλια), η αγελάδα (λιόπα) η προβατίνα (ντέλεα), η γίδα (δία), η κότα (πούλια), και όλα τα άγρια πουλιά. Συνεννοήθηκαν, λοιπόν, και έβαλαν εκπρόσωπο την αγελάδα σαν αγαθιάρα που είναι να μιλήσει για όλους.
Εμάς, μας καβαλάνε, μας ζεύουν, και μας βάζουν να οργώσουμε τα χωράφια, και κουραζόμαστε πολύ.
Καλά σας κάνουνε και σας, της είπε ο θεός.
Ναι, αλλά μετά με αρμέγουν, μου παίρνουν το γάλα και το δίνουν στα παιδιά τους.
Καλά να πάθεις της είπε ο θεός.
Κουτή - ξεκουτή, η αγελάδα συνέχισε. Ναι, αλλά μετά με σφάζουν και με τρώνε, μόνο την φοράδα και το άλογο δεν τρώνε.
Α! Για άκου να σου πω (της είπε ο θεός) το άλογο και η φοράδα δεν τρώγονται γιατί είναι αγιασμένα από μένα.
Τι να κάνει η καημένη η αγελαδίτσα, σηκώθηκε και πήγε πίσω από την πλατεία.
Εκεί σε μια γωνίτσα, όμως, καθότανε και το σταράκι, και δεν μιλούσε κατακαθόλου. Το πρόσεξε αυτό ο θεός και το ρώτησε.
Εσύ σταράκι, γιατί δεν μιλάς καθόλου; Είσαι ευχαριστημένο;
Όχι, θεούλη μου, εγώ έχω μεγάλο παράπονο από τους ανθρώπους.
Δηλαδή; Το ρώτησε ο θεός.
Να, εκεί που κάθομαι τι ζεστά και τι καλά στο αμπάρι μου, έρχονται και με παίρνουν, και με πετάνε έξω στο χώμα, στο κρύο και μετά με θάβουνε.
Καλά σου κάνουν, του είπε ο θεός.
Μετά φυτρώνω και γίνομαι καταπράσινο και ομορφαίνω πολύ, μετά τα μαλλιά μου γίνονται ολόχρυσα, και εκεί που καμαρώνω με τη ομορφιά μου, ξέρεις τι μου κάνουν;
Τι; ρώτησε ο θεός.
Να, έρχονται οι άνθρωποι με κάτι κοφτερά ντραπάνια και με κόβουνε.
Καλά σε κάνουνε του είπε ο θεός.
Ναι, αλλά μετά ξέρεις τι μου κάνουν; είπε του θεού με κλάματα. Με πετάνε σε κάτι μεγάλες πέτρες και με κάνουν σκόνη, αλεύρι.
Καλά σε κάνουν του είπε ο θεός.
Ναι, αλλά το τελευταίο δεν το αντέχω θεούλη μου. Με ρίχνουν στον καυτό φούρνο και με ψένουνε.
Καλά σου κάνουν του είπε ο θεός.
Ναι, αλλά είναι και μερικοί κακοί που δεν φτάνει που με ψένουν μια φορά, αλλά με ξαναψένουνε!
Ο θεός προβληματίστηκε, έπιασε τα γένια του και δεν μίλησε κατακαθόλου, αφού σκέφτηκε για λίγο, έξυσε το κεφάλι του και του είπε.
Αααααα! Εδώ έχεις δίκιο! Γι αυτό όσοι σε ξαναψένουνε, ψωμί να μην χορταίνουνε!
Τρίτη 7 Ιουλίου 2015
Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων: Ο συγγραφέας Κώστας Ραχούτης
Τα Αρβανίτικα Επώνυμα των Ελλήνων: Ο συγγραφέας Κώστας Ραχούτης: Ο Κώστας Ραχούτης είδε το πρώτο φως στις Πλαταιές Βοιωτίας. Ένα χωριό μικρό αλλά με βαθειά ιστορία. Όλη η περιοχή είναι σπαρμένη απ...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
